Πόρτσμουθ, Φεβρουάριος 1974

Τον είδα από μακριά να περπατάει με ένα σακίδιο στον ώμο σα χαμένος. Το θυμάμαι λες και ήτανε χτες, και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Μπορεί πλέον να ξεχνάω άλλα και άλλα.. αυτή η σκηνή όμως μου έχει μείνει, σα να την τράβηξα φωτογραφία.

Ήταν ψηλός, περίπου όσο ήμουν κι εγώ.. τότε. Πιο νέος, πρέπει να του έριχνα πάνω από δέκα – δεκαπέντε χρόνια. Με καστανά μάτια νομίζω, μαύρα μαλλιά μέχρι κάτω από τον λαιμό, μούσι και μουστάκι. Ίσως τα μαλλιά του να έφερναν λίγο προς το καφέ.. πάντως σίγουρα κάτι σκούρο. Ήταν βλέπεις ο καιρός βαρύς, χειμωνιάτικος, τα έβαφε όλα με μαύρες αποχρώσεις…

Σταμάτησε μπροστά από μια παμπ και προσπάθησε να μιλήσει σε κάποιους που στεκόντουσαν απέξω δείχνοντάς τους ένα χάρτη. “Εδώ είμαστε!” σκέφτηκα. Περπάτησα λίγο πιο γρήγορα για να πλησιάσω αρκετά ώστε να ακούω τι έλεγε. Ανοιγόκλεινε το στόμα του με πολύ οικείο τρόπο όμως δε μπορούσα να είμαι σίγουρος αν δεν έπιανα τις λέξεις. Την είχα ξαναπατήσει μια φορά με έναν που ήταν φτυστός Έλληνας. Σκουρόχρωμα μαλλιά και μάτια, αξύριστος με τραχιά χαρακτηριστικά, να κάνει το τσιγαράκι του αραχτός στο λιμάνι. Αλλά μόλις του είπα “Πώς και απ’ τα μέρη μας ρε παλικάρι;” μου απάντησε “Εξκιούζ μι, γουάτ;” με εκείνη την έντονη Ανγκλική προφορά, από αυτή που ακούγεται σα να σε κοροϊδεύουν. Όλο εξκιούζ μι λένε, λες και σου πάτησαν τον κάλο άθελά τους, ακόμη και αν φταις εσύ. Γιατί να το πεις αφού δεν το εννοείς; Είναι υποκριτικό, δείχνει έλλειψη πυγμής. Ποτέ δεν μου άρεσε. Να σε συγχωρέσω που δεν κατάλαβες τι θέλω να πω; Αφού από μέσα σου μάλλον σκέφτεσαι.. “τί θέλει ο τρελός;”, και μου ζητάς υποτίθεται συγχώρεση; Εγώ θα έπρεπε να σου πω συγνώμη, πριν φύγω βιαστικά μη δεις την απογοήτευση μες το βλέμμα μου. Τέλος πάντων.

Ήμουν πιο κοντά τώρα. Τον είδα να προσπαθεί να κατανοήσει τις οδηγίες που του έδιναν προς κάποιο ξενοδοχείο. Απλώς έγνεφε θετικά και μούγκριζε σα να καταλαβαίνει, παρόλο που τα μάτια του είχαν γουρλώσει λες και του εξηγούσες πως να φτιάξει πύραυλο να πάει στο διάστημα. Σκέφτηκα τότε από μέσα μου.. “Έτσι όμως δε μπορώ να καταλάβω από πού είσαι… πες κάτι βρε άνθρωπε, κρέμομαι απ’ τα χείλη σου, βγάλε μια φωνή!”. Ίσως να το μονολόγησα κιόλας.. πάντως έπιασε.

– Θάνκ γιού, άι αντερστάντ., είπε, τονίζοντας τα άλφα και τα ντ λες και τα χτυπούσε με σφυρί. Πλέον ήμουν περισσότερο σίγουρος για την καταγωγή του, όμως και πάλι η υπόθεση περιείχε ρίσκο. Και άλλοι λαοί της ανατολικής Ευρώπης ή της δυτικής Ασίας είχαν παραπλήσια προφορά και εμφάνιση.. η γειτονία βλέπεις. Όσο ταξίδευα στα βαπόρια είχα γνωρίσει και ακούσει πολλές φυλές να κάνουν απόπειρα άρθρωσης της Ανγκλικής, με ή χωρίς μεγάλη επιτυχία. Κάθε άνθρωπος είχε τα δικά του χαρακτηριστικά γλωσσικά γνωρίσματα και συχνά μπορούσα να μαντέψω στο περίπου από που ήταν, ιδίως αν λάμβανα υπ’ όψη την εξωτερική του εμφάνιση. Τόσοι αιώνες αναμίξεων όμως έχουν ως αποτέλεσμα να μην πιάνει πάντα αυτό το.. “κόλπο”.

Ίσως υπό άλλες συνθήκες να μη με πείραζε να κάνω λάθος, όμως δεν ήμουν πια στα καράβια. Εκεί στην ξηρά ο κόσμος είχε χαζέψει απ’ το τσιμέντο και την κατήφεια. Μπορεί να μένεις δίπλα στη θάλασσα, σε ένα μικρό νησί μέσα σε ένα μεγάλο νησί, όμως η πόλη κλείνει την οπτική σου – πόσο μάλλον στην Ανγκλία. Παντού όλα ήταν ίδια. Ίδια σπίτια, με τις ίδιες σκεπές και τις ίδιες καμινάδες στα ίδια χρώματα. Ίδιοι δρόμοι και ίδιες πλατείες, με τις ίδιες λάμπες να ρίχνουν το ίδιο φως στους ίδιους δρόμους. Δηλαδή.. αν δεν ήξερα πως είχαμε συντηρητική κυβέρνηση, θα νόμιζα ότι ζούσα σε κομουνιστικό κράτος, και μας ανάγκαζαν να είμαστε όλοι ίδιοι με το έτσι-θέλω. Αν και.. λίγο καιρό μετά, ανέβηκε το εργατικό κόμμα στην εξουσία, αλλά ας το αφήσουμε αυτό για μιαν άλλη φορά που θα τα καταλαβαίνεις.

Με αυτά και με αυτά, είχα φτάσει πλέον δίπλα του και ακόμη δεν είχα αποφασίσει τι να κάνω. Αν τον προσπερνούσα μπορεί να έχανα την ευκαιρία να μιλήσουμε τη γλώσσα μας. Αν πάλι έκανα λάθος θα ήταν ακόμη μία απογοήτευση. Ξάφνου λοιπόν σκέφτηκα έναν.. έμμεσο τρόπο για να τον προσεγγίσω.

– Όπα!, φώναξα ενοχλημένος καθώς έπεσα εσκεμμένα πάνω του με φόρα. Το βλέμμα μου παρόλα αυτά νομίζω πρόδιδε περισσότερο ανυπομονησία παρά δυσαρέσκεια.

– Ωχ!

Τουλάχιστον ήταν Έλληνας! Αυτός ο τρόπος αντίδρασης σε κάτι ξαφνικό είναι χαρακτηριστικό μας. Οι ξένοι λένε “όου!” και καμιά φορά “άγχ!”, όμως το “ωχ” ως τώρα δεν το έχω ακούσει από άλλους. Ευτυχώς που τον πέτυχα γιατί είχα αρχίσει να σκέφτομαι ότι για να ξαναδώ πατριώτη θα έπρεπε να πάρω το τρένο να πάω μέχρι το Μπράιτον όταν θα ερχόταν η Μαρινέλλα να τραγουδήσει. Τελικά το είδα στην τηλεόραση.

– Πού πας μωρέ, δε βλέπεις μπροστά σου;, του είπα μεταξύ σοβαρού και αστείου. Ίσως να φαινόταν ένα χαμόγελο κάτω απ’ το μουστάκι μου.

– Συγνώμη, δεν ήθελα να..

Όχι. Όχι άλλο συγνώμη. Όλο σόρρυ και εξκιούζ μι και θενκ γιού και τσίαρς και τάα. Να πρέπει να περπατήσεις κάθε μέρα την ίδια απόσταση για τη δουλειά και, εκτός από το κρύο, τη βροχή και τον αέρα, να έχεις και το συνεχή φόβο μήπως άθελά σου υπονοήσεις ότι μπήκες στην τροχιά της πορείας βαδίσματος κάποιου Άγγλου. Ώ ρε τι σε περιμένει τότε! Και σόρρυ, και πάρντον μι, και να πάει πιο ‘κει, και να έχει πάρει ένα μορφασμό κάπως σα να σου λέει “πω-πω σου χάλασα τη μέρα” ή – ακόμη χειρότερα – “μου χάλασες εσύ όλη τη μέρα”, απλώς επειδή δε συγχρονίσαμε καλά το περπάτημά μας σε αυτή την αλλόκοτη χώρα όπου όλα πάνε στραβά και ανάποδα. Δεν το άντεξα, έσκασα!

– Τί συγνώμη; Τί συγνώμη;; Πόσο καιρό είσαι εδώ και μιλάς ήδη σαν αυτούς;

– Εεε εγώ κύριε, μόλις ήρθα.. με το τρένο., ψέλλισε νιώθοντας ακόμη λίγο χαμένος από την ξαφνική αλλαγή γλώσσας. Ήταν λογικό όμως. Εγώ είχα ώρα να προετοιμαστώ ψυχολογικά για αυτή τη συνάντηση. Μη σου πω κιόλας ότι την περίμενα πώς και πώς, πολλούς μήνες, από τότε που εγκαταστάθηκα μόνιμα εκεί.

Είχα κάνει τα χαρτιά μου όταν κατάλαβα το καλοκαίρι μετά το Βέλος ότι ο ζυγός της Χούντας δεν θα έφευγε από πάνω μας εύκολα. Ήξερα καλά τα Ανγκλικά επειδή ταξίδευα για πολλά χρόνια πιο παλιά ως μηχανικός στα καράβια, αλλά κάποτε κουράστηκα, αρρώστησα, και έπιασα στεριά στην πατρίδα. Όταν πήρα τη δύσκολη απόφαση να φύγω ξανά, προτίμησα να μη μεταναστεύσω με τη ΔΕΜΕ στην Αυστραλία, όπως άλλοι γνωστοί μου, επειδή κατά βάθος ήθελα να είμαι κοντά. Περίμενα την ευκαιρία να επιστρέψω.. μου αρέσει η Ελλάδα, άλλοι άνθρωποι. Ευτυχώς, αφού έπεσε η δικτατορία, μπόρεσα να γυρίσω πίσω και έπειτα να γνωρίσω τη γιαγιά σου. Πού είχα μείνει; Ά ναι.

– Μόλις ήρθες εδώ εις την Γηραιά Αλβιώνα και υιοθέτησες κιόλας τα κουσούρια τους; Δεν έχεις πυγμή εσύ;, συνέχισα.

Τότε τον είδα να ξυπνάει μέσα του ο Έλληνας, και δέχτηκα την αποστομωτική του απάντηση.

– Κύριε εγώ είχα κλειστεί στο Πολυτεχνείο. Ήμουν μέσα όταν ήρθε το τανκ. Έχασα φίλους εκεί. Πώς μπορείτε να μου λέτε κάτι τέτοιο;

Βλέπεις.. λίγους μήνες πριν, οι συνεχείς πορείες των φοιτητών είχαν τρελάνει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Μία στη Νομική, μία στο Πολυτεχνείο, είχε αρχίσει να μετανιώνει τις.. ελευθερίες που παραχώρησε με τον Μαρκεζίνη. Οπότε, μια νύχτα του Νοέμβρη, έστειλε τον στρατό να διαλύσει τη μάζωξη της φοιτητικής ομάδας των “Ελεύθερων Πολιορκημένων”, με πολύ άσχημα αποτελέσματα. Εκεί είχε βρεθεί και ο νεαρός αυτός, με τις μνήμες ακόμη ιδιαίτερα πρόσφατες και έντονες στο θυμικό του.

Φυσικά δεν υπήρχε τίποτα να απαντήσω σε αυτό, καθότι δεν ήμουν εκεί – μόνο τα είδα σε κάποιες εφημερίδες. Δεν ήθελα όμως να λήξει ακόμη αυτός ο διάλογος. Οπότε.. τον προκάλεσα κι άλλο.

– Και τώρα τί κάνεις εδώ; Παραιτήθηκες της προσπάθειας; Εγκατέλειψες το πλοίο;

Ήξερα ότι τον πίεζα, ότι προσπαθούσα να προξενήσω κάποια αντίδραση. Ήταν εγωιστικό, όμως αποτελούσε τη μοναδική πηγή πραγματικού συναισθήματος για μένα εκείνη τη στιγμή. Τόσο καιρό κάτω από τον γκρι ουρανό, περνώντας όλη τη μέρα ακούγοντας ξένους να μιλάνε για τα δικά τους προβλήματα σε μιαν άλλη γλώσσα, κόντευα να τρελαθώ. Η απεργία των ανθρακωρύχων, οι Πρόβος, οι Συντηρητικοί, οι Εργατικοί.. νισάφι! Ο νεαρός όμως, αντίθετα από ‘μένα, ήταν περαστικός…

– Ο Ιωαννίδης είναι τρεις φορές χειρότερος από τον Παπαδόπουλο. Είναι τρελός, διψάει για εξουσία και τον διακατέχει μίσος. Ό,τι άφησε όρθιο ο προηγούμενος θα το καταστρέψει αυτός.

Πήγα να τον διακόψω γιατί είδα ότι τον είχα φορτίσει πολύ συναισθηματικά αλλά συνέχισε.

– Εγώ δεν ήθελα να φύγω, όμως οι γονείς μου.. οι γονείς μου δε μπορούσαν να με βλέπουν να αναλώνομαι εκεί πίσω, χωρίς να έχω ελπίδα για το μέλλον. Να φοβούνται μήπως τους πάρουν τηλέφωνο ζητώντας τους να συλλέξουν το πτώμα μου από κάποιο νεκροτομείο, διαμελισμένο από τα άρματα του στρατού. Σπούδαζα μαθηματικά, είναι το πάθος μου, όμως η καταπίεση του καθεστώτος δε με άφησε να ολοκληρώσω τη φοίτησή μου. Τώρα θα μαζέψω λεφτά στα βαπόρια, φεύγω για το πρώτο μου ταξίδι σε δύο ημέρες. Όταν θα έχω αρκετά θα πάω στην Αμερική, έστω και παράνομα στην αρχή, να προσπαθήσω να βγάλω κάρτα για να σπουδάσω και να ζήσω εκεί. Και μόλις μπορέσω θα φέρω και τους δικούς μου, να είμαστε πάλι μαζί.

Ο πολισμάνος στη γωνία πιο κάτω κοιτούσε με περιέργεια προς το μέρος μας χωρίς να είναι σίγουρος αν συμβαίνει κάτι το οποίο έπρεπε να διακόψει ώστε να επαναφέρει την τάξιν. Δύο άνθρωποι, οι οποίοι δεν έμοιαζαν να γνωρίζονται πρότερα, φώναζαν ο ένας στον άλλον σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε, προκαλώντας μεγάλη ανησυχία στη ζωή όπως την είχε συνηθίσει.

Μέσω αυτής της έντονης και φορτισμένης συζητήσεως, διαπίστωσα ότι ο νεαρός που αντίκριζα ήταν άξιος σεβασμού και εκτίμησης για τη θυσία που επέλεξε να κάνει. Για να μην τον χάσουν για πάντα οι δικοί του αλλά και για να μην αφήσει μια χούντα να του καταστρέψει την ελπίδα για το μέλλον, προτίμησε να φύγει στα ξένα με σκοπό να δυναμώσει και να καταφέρει να ξανασμίξουν πάλι όλοι μαζί, υπό καλύτερες συνθήκες.

Οι λόγοι που είχαν φέρει εμένα σε εκείνη την ξένη χώρα ήταν πολύ ευτελέστεροι. Δεν είχα οικογένεια να με περιμένει πίσω, τίποτα να χάσω. Έψαχνα απλώς το μεροδούλι να κάνω μεροφάι για να δω άλλη μια μέρα να ξημερώνει. Ήταν πιο εύκολη η απόφασή μου. Παρόλο το νεαρό της ηλικίας του είχε σταθεί στο ύψος των δύσκολων περιστάσεων, περισσότερες από μία φορές. Θεώρησα πως είχα τραβήξει αρκετά αυτήν την κουβέντα και θέλησα να αναγνωρίσω το θάρρος του. Πλησίασα προς το μέρος του.

– Καλό σου ταξίδι φίλε μου…, του είπα και τον αγκάλιασα.

– Να είστε καλά… σας ευχαριστώ, μου είπε και εκείνος σαστισμένος, έχοντας δακρύσει.

Και έτσι, χώρισαν οι πορείες μας εκείνη την ημέρα. Δεν τον ξαναπέτυχα στο δρόμο… φαντάζομαι θα μπάρκαρε λίγες μέρες μετά. Εύχομαι να πέτυχε το σκοπό του. Να είναι καλά, όπου και αν βρίσκεται.

Κοιμήσου τώρα. Όνειρα γλυκά.

Κωνσταντίνος Γκουτζής

(Η ιστορία αναδημοσιεύτηκε στο OneStory)