Ο Πρίγκιπας της Απληστίας

-4

“Ξύπνα! Ξύπνα! Είναι μια νέα ημέρ…”. Έκλεισε το ενοχλητικό ξυπνητήρι και σηκώθηκε. Ακολουθώντας την καθημερινή ρουτίνα κινήσεων κατέληξε στο αυτοκίνητό του, κολλημένος από την κίνηση σε κάποιο δρόμο προς τη δουλειά.

Έφτασε, σχεδόν στην ώρα του, όπως κάθε μέρα. Μπήκε χαμογελώντας στο κτίριο, στέλνοντας καλημέρες προς κάθε κατεύθυνση. Έκανε κάποιο αστείο με τους συνεργάτες του στο ασανσέρ και κατέληξε καθιστός στο γραφείο του. Ένα χαρτί έγραφε ‘Θέλω να ζήσω ελεύθερος!’, ήταν δικά του γράμματα. Το κοίταξε, το έβαλε στο ντοσιέ του και ξεκίνησε για την αίθουσα συνεδριάσεων.

Βρήκε το Νίκο εκεί. Του έδωσε το χαρτί. Αυτός το κοίταξε, πήρε ένα βλέμμα δυσανασχέτησης και του το έδωσε πίσω. Κάθισαν για πολλές ώρες στο δωμάτιο μαζί με άλλα άτομα μέχρι να συμφωνήσουν σε κάτι. Έφυγαν.

Γύρισε σπίτι, μόνος του, όπως κάθε μέρα. Ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή : “Έλα Αλέξη, Billy εδώ. Ακόμα δε γύρισες; Τέλος πάντων, πάρε να δούμε τι θα γίνει το Σάββατο ρε, θα παίξουμε στη συγκέντρωση ή όχι; Πάρε!”. Το έσβησε.

Ζέστανε ένα έτοιμο γεύμα, ήταν πολύ αργά για να φτιάξει κάτι μόνος του. Έβαλε μια ταινία να παίζει και μόλις τελείωσε, μάζεψε τα πιάτα και έπεσε για ύπνο.

-3

“Ξύπνα! Ξύπνα! Είναι μια νέα ημέρα! Πρέπει να πας στη δουλειά! Ακόμα κοιμ..”. Σηκώθηκε, ετοιμάστηκε και ξεκίνησε. Πάλι κίνηση, ευτυχώς που είχε τις κασέτες του στο αυτοκίνητο. Τραγούδια της εποχής που πήγαινε ακόμη σχολείο. Σχολείο.. Είχε και την πρόβα αύριο βράδυ. Σημείωσε να πάρει τηλέφωνο το Βασίλη να κανονίσουν.

Σήμερα στο γραφείο του βρήκε ένα χαρτί που έλεγε “15:30, meeting με τον διευθυντή”. Έκανε ό,τι δουλειά του είχε μείνει, έφαγε μεσημεριανό και πήγε πάλι στην αίθουσα συνεδριάσεων. Το λόγο πήρε ο Νίκος.

“Κύριε διευθυντά, για τη νέα καμπάνια των αυτοκινήτων 4×4, η ομάδα μου και εγώ καταλήξαμε στο σλόγκαν ‘Ζήσε ελεύθερος! Ζήσε την εμπειρία του 4×4!’”. Η παρουσίαση συνεχίστηκε με διαφάνειες και πρόχειρα σχέδια από τη χθεσινή συνάντηση. Ο διευθυντής έδειξε ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα και τους πρότεινε τη Δευτέρα να το παρουσιάσουν στην εταιρία που το ζήτησε.

Η δουλειά συνεχίστηκε μέχρι αργά ώστε να είναι όλα έτοιμα για τη μεγάλη παρουσίαση. Ο Νίκος έλεγε πως έπρεπε να πάρουν αυτή τη σημαντική καμπάνια επειδή θα ανέβαζε πολύ το όνομά τους και φυσικά τα έσοδα της διαφημιστικής τους.

Όταν γύρισε σπίτι πήρε τηλέφωνο το Βασίλη. Κανόνισαν πρόβα για το επόμενο βράδυ. “Αν δε με κρατήσουν στο γραφείο ρε Billy θα είμαι στην ώρα μου, όμως δε μπορώ να στο εγγυηθώ, τη Δευτέρα έχω παρουσίαση!” / “Ξέχνα τις παρουσιάσεις ρε γιάπη και έλα να ξανά-προβάρουμε το τραγούδι, επειδή το ‘γραψες δε σημαίνει πως το έμαθες κιόλας!” / “Καλά καλά χαλάρωσε. Η δουλειά πώς πάει;” / “Ποια δουλειά μου λες τώρα, το μυαλό μου είναι αλλού!” / “Πότε θα στεριώσεις κάπου ρε τρελέ;” / “Και γιατί να στεριώσω; Εγώ είμαι αλήτισσα ψυχή φίλε μου! Την κιθάρα μου, τα τσιγάρα μου και τα ρούχα που φοράω!” / “Αυτά τα ακούω από τα δεκάξι κολλητέ! Δεν βάζουν αυτά βενζίνη στη μηχανή σου..” / “Άσε ρε, που θα μιλήσει και ο κύριος ‘θα πάρω αυτοκίνητο για να έχω κλιματισμό’!” / “Μη μου το θυμίζεις και σε λίγες μέρες έχω την επόμενη δόση..” / “Εεεμ! Έτσι γίνεται! Μόνος σου παγιδεύεσαι αδερφέε!” / “Καλά, πάω να δω κανένα DVD τώρα..” / “Τί σου ‘λεγα!” / “…και μετά θα κοιμηθώ μήπως αντέξω τα αυριανά σου riffs.” / “Δέκα χρόνια μετά, θα τους τρελάνουμε όλους!” / “Αμφιβάλλω αν θυμούνται πως υπήρξαμε ποτέ..” / “Τα λέμε Alex!” / “Καληνύχτα”.

-2

“Ξύπνα! Ξύπνα! Είναι μια νέα ημέρα! Πρέπει ..”. Πάλι ρουτίνα, πάλι κίνηση, πάλι γραφείο με τις ίδιες φάτσες να λένε τα ίδια πράγματα. Έπιασε τον εαυτό του να ονειροπολεί πολλές φορές, ίσως να φταίει που αύριο θα ξαναδεί τόσα άτομα από το παρελθόν του. Τις μέρες του σχολείου δεν τις ξεχνάς ποτέ λένε. Και όμως δέκα χρόνια μετά δε θυμόταν σχεδόν τίποτα, μόνο κάποιες κοπάνες, κάποια πάρτι και μερικές εκδρομές. Ίσως έτσι πρέπει να γίνεται.

“Κύριε Νίκο πρέπει να φύγω τώρα, έχω κάποιες δουλειές..” / “Αυτή τη στιγμή Αλέξανδρε, αυτό που θέλω από εσένα, είναι να ξεχάσεις οτιδήποτε άλλο τριβελίζει το μυαλό σου και να δώσεις βάση μόνο μα μόνο εδώ. Είναι πολύ σημαντικό αυτό που κάνουμε. Δε θα το επαναλάβω.”. Δεν υπήρχαν περιθώρια διαφυγής από αυτό, εκτός και αν ήθελε να ξυπνήσει το πρωί ψάχνοντας για άλλη θέση διαφημιστή και χωρίς συστάσεις.

Έχασε την πρόβα. Είχε κλείσει το κινητό για να μην ακούει τις αναπάντητες. Τρία νέα μηνύματα “Μα πού είσαι; Έχει πάει δέκα!” / “Ξεκινάμε χωρίς εσένα, ελπίζω να είσαι στο δρόμο..” / “Καλά αλεξικέραυνο, ελπίζω να είσαι με γκόμενα αλλιώς..”. Είχε καιρό να ακούσει αυτό το προσωνύμιο, του το κόλλησαν στο λύκειο ο Βασίλης και η Νάνση όταν τον κεράτωσε μια κοπέλα του.

Νάνση. Πάει καιρός. Την πήρε τηλέφωνο μόλις γύρισε σπίτι. “Δεν το πιστεύω!” / “Τί δεν πιστεύεις;” / “Είδα τον αριθμό σου στην αναγνώριση και τρόμαξα μήπως έγινε τίποτα!” / “Πολύ αστείο Νάνση μου, χα χα..” / “Ναι ναι πάντα σε έκανα να γελάς το ξέρω Αλέξη μου! Τί γίνεται; Πώς και μας θυμήθηκες;” / “Μη με αρχίζεις..” / “Είπα εγώ τίποτα; Όχι πες μου, ανέφερα πόσο καιρό έχουμε να βρεθούμε; Να ‘ναι καλά τα μηνύματα δηλαδή..” / “Καλά είμαι, εσύ; Πάντα καλά!” / “Ναι ναι λέγε ό,τι θες. Θα πάμε στην ‘κατάντια’ αύριο;” / “Α έτσι το έχεις ονομάσει εσύ;” / “Αφού κατάντια είναι. Δεν τα ξέρεις; Μια εκατοντάδα άτομα που τελευταία φορά που βρέθηκαν δεν είχαν καν ρυτίδες, μαζεύονται για να δουν ποιος γέρασε περισσότερο!” / “Και εσύ θα είσαι νέα και σφριγηλή και όλοι θα σε ζηλεύουν!” / “Χα χα τώρα ποιος είναι ο χιουμορίστας! Κοντεύουμε τριάντα και ακόμη δεν ξέρουμε τι θα κάνουμε στη ζωή μας” / “Προσωπικά δεν ξέρω αν θα το ανακαλύψω ποτέ..” / “Πολύ απαισιόδοξο αυτό, τί να σου πω, τώρα εσένα γιατί σε έπιασε το στοχαστικό σου βραδιάτικα;” / “Είχα πρόβα με τα παιδιά απόψε και δεν πήγα επειδή δούλευα..” / “Έλα! Θα παίξετε αύριο; Άψογα! Το τραγούδι σου να υποθέσω;” / “Το ένα και μοναδικό!” / “Μην αγχώνεσαι, είσαι σαν την Αίτνα, σκας σπάνια αλλά όταν γίνεται, κάνεις θόρυβο” / “Μπράβο ανέβασε μου το ηθικό μήπως και έρθω αύριο” / “Μην κάνεις κανένα αστείο!..” / “Μην ανησυχείς, δε σε αφήνω μόνη σε αυτό το μαρτύριο!” / “Έτσι το καλό παιδί. Τα λέμε αύριο, ναι;” / “Καληνύχτα Νάνση”.

-1

“Ξύπνα! Ξύπνα! Είναι μια νέα ημέρα! Πρέπει να πας στη δουλειά! Ακόμα κοιμάσαι; Σήκω α..”. Σάββατο. Ωραία τα Σάββατα. Τουλάχιστον δεν έπρεπε να τρέχει στο γραφείο. Πήρε το κουστούμι από το καθαριστήριο, πέρασε από το πατρικό του να πει ένα γεια στους γονείς και γύρισε σπίτι. Έπρεπε να ετοιμαστεί για το βράδυ. Έβαλε το keyboard στην πρίζα και δοκίμασε το κομμάτι του. Όντως το είχε ξεχάσει. Αφιέρωσε μερικές ώρες μέχρι να το θυμηθεί ψιθυρίζοντας τους στίχους. Ευτυχώς έκανε τα βοηθητικά φωνητικά, είχε ξεσυνηθίσει να τραγουδάει μπροστά σε κόσμο.

Έστειλε μήνυμα στον Βασίλη. “Εννιά στο γήπεδο μπάσκετ”. Η απάντηση δεν άργησε να έρθει. “Μη σε δω με κανένα κουστούμι χαρτογιακά γιατί δε θα σε αφήσω να παίξεις!”. Ανταπέδωσε. “Στη σκηνή θα το βγάλω να μείνουμε με τις μπλούζες που φτιάξαμε”. Η ιδέα ήταν του Μιχάλη του drummer. Μαύρα μπλουζάκια που μπροστά είχαν μια καρδιά η οποία άνοιγε και έβγαζε λεφτά από μέσα της, ενώ πίσω είχαν το όνομα του συγκροτήματος.

Φόρτωσε όλα τα απαραίτητα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε για τη συνάντηση. Δεν ανυπομονούσε και τόσο να δείξει σε άτομα, που πλέον μετά βίας θυμόταν, πόσο καλή μουσική παίζει, όμως ο Βασίλης επέμενε. “Πότε θα ξαναπαίξεις με τόσο μεγάλο ακροατήριο;” ήταν το βασικότερο επιχείρημά του. Δεν είχε τίποτα να χάσει.

Βρήκε τη Νάνση απέξω να περιμένει φορώντας το πιο μαύρο και προκλητικά ανοιχτό φόρεμα που είχε δει ποτέ. “Αλεξούλη!” / “Νάνση! Περιμένεις ώρα;” / “Αρκετή για να μάθω πως η πρώην διπλανή μου έχει γίνει ομοφυλόφιλη και έχει έρθει με τη φιλενάδα της!” / “Χε χε, μάλλον η συνεχής έκθεση στην ομορφιά σου θα της άλλαξε πορεία στη ζωή” / “Αχ.. τι ευγενικός που είσαι! Όλο φιλοφρονήσεις και ακόμα δεν μεθύσαμε!”. Προχώρησαν πιο μέσα.

“Έλα, είπες εννιά! Πού είναι τα πράγματα;” / “Τα έχω στο αυτοκίνητο, πότε θα τα στήσουμε;” / “Μίλησα με τον υπεύθυνο, βγαίνουμε στις έντεκα ακριβώς. Μετά από εμάς θα συνεχίσει ο DJ” / “Βρες το Mike και φύγαμε”. Συναντήθηκαν με το Μιχάλη και ξεκίνησαν τη μεταφορά. Μετά από μισή ώρα η σκηνή ήταν έτοιμη. Είχε έρθει η ώρα να αναμιχθούν στον κόσμο.

“Μην ξεκολλήσεις από δίπλα μου” είπε η Νάνση και τον τράβηξε κοντά της. “Αν είναι να γελοιοποιηθούμε θα το κάνουμε μαζί!” / “Καλά αλλά όταν θα παίζω σε θέλω πρώτη σειρά να φωνάζεις φανατισμένα!” / “Ναι ναι θα οργανώσω και fan club!”. Πρώτη στάση το μπαρ, τα ποτά ήταν προσφορά του συλλόγου αποφοίτων και δεν άφησαν την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη. “Να και κάτι καλό από αυτό το σχολείο. Σου ρουφάει τη ζωή και μετά σε μεθάει για να το ξεχάσεις” / “Υπερβολές, δεν ήταν και τόσο άσχημα πια! Αφού στο λύκειο με το ζόρι πατούσες” / “Ναι όταν μπορούσα να ξυπνήσω από τις πρόβες” / “Τελικά δεν το κυνηγήσατε όμως.. μήπως περιμένατε να έρθει το συμβόλαιο από τον ουρανό;” / “Μπα απλά δεν μπορούσαμε να περιμένουμε άλλο υποθέτω..” / “Σύρμα, παλιά ξεχασμένη γνωστή μας στα δεξιά, μην κοιτάξεις” / “Ποια ποια;” / “Άννα μου!” / “Νάνση!” / “Πώς είσαι βρε ψυχή; Πού έχεις χαθεί τόσο καιρό;” / “Αχ τρέχω δε φαντάζεσαι πόσο τρέχω! Ο Αλέξης δεν είναι αυτός;” / “Γεια σου Άννα! Τί γίνεται;” / “Αλέξη μου καλά είσαι; Μια χαρά σε βλέπω! Βρήκα το Βασίλη προηγουμένως και μου είπε πως θα παίξετε σε λίγο;” / “Ναι έτσι φαίνεται!” / “Πολύ ωραία, καιρό έχω να σας ακούσω!” / “Και θα τους ακούσεις γλυκιά μου, πες μου όμως εσύ τί κάνεις τώρα;”.

Βρήκε ευκαιρία να ξεσκάσει λίγο. Έκατσε σε μια γωνία και κοιτούσε τον κόσμο. Τόσες γνωστές φυσιογνωμίες και όμως ένοιωθε πως δεν τους ήξερε πια. Πώς έπρεπε να τους αντιμετωπίσει; Να συνεχίσει τη συζήτηση από εκεί που έμεινε πριν δέκα χρόνια ή απλά να φερθεί όσο τυπικά και διπλωματικά είχε μάθει στα πάρτι των αφεντικών του; Ξανακοίταξε. Σίγουρα το δεύτερο..

Ο Βασίλης με τη Νάνση τον πλησίασαν. “Alex πού είσαι ρε; Ποια βρήκα; Πες μου ποια βρήκα!” / “Ποια βρήκες;” / “Την Κατερίνα βρήκε αλεξικέραυνοο!” / “Χα χα καιρό είχες να με πεις έτσι.. Πού είναι;” / “Στη γωνία ρε, πάμε να τη δούμε να γελάσουμε!” / “Έχει παχύνει Αλεξούλη! Λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω!” / “Ναι και ξέρεις πόσο με νοιάζει πλέον Νάνση μου! Εμείς Billy δεν πρέπει να πάμε να ετοιμαστούμε;” / “Ε ναι πλησιάζει η ώρα. Φωνάζω το Μιχάλη, βάλε το μπλουζάκι και τα λέμε πίσω”. Ο Βασίλης χάθηκε στο βάθος. “Εσύ δε θα πας;” / “Πρώτα θα σε σύρω προσωπικά στην πρώτη σειρά!” / “Γιατί δε λες και στη φίλη σου την Κατερίιινα;” / “Πρώτον δεν είναι φίλη μου και δεύτερον πόσα ποτά έχεις πιει ως τώρα;” / “Καλά είμαι.. εμπρός, πήγαινε, παίξε για τη σωτηρία του κόσμου!”.

Πήγε έντεκα. Ο πρώην πρόεδρος του δεκαπενταμελούς ανέβηκε στη σκηνή. “Αγαπητοί συμμαθητές, στο λύκειο είχαμε τρία παιδία που ήθελαν να εκφραστούν με τη μουσική τους. Τους ξέρετε σαν Βασίλη, Αλέξη και Μιχάλη! Μαζί είναι οι.. Romantixxx!”. Το κοινό χειροκρότησε. “Τι ηλίθια εισαγωγή” είπε ο Βασίλης, “Άσ’ τον αυτόν, πάμε να τους δείξουμε ότι το punk ζει ακόμα!”. Εμφανίστηκαν μπροστά σε όλους. Είχε περάσει καιρός. Το μικρόφωνο πήρε ο Βασίλης. “Καλησπέρα παίδες, μας ξέρετε, μας αγαπάτε, ακούστε και αυτό”.

Τι παράξενο πράγμα το μυαλόoo
σου παίζει ύπουλα παιχνίδια
σε κάνει να νομίζεις,
όποτε όλα πάν’ καλά,
πως κάτι δε σ’ αρέσει τελικά

Και αν θελήσεις να φύγεις, τότε αυτό θα σου δώσει
λόγους, δικαιολογίες, ναι δε θα σε προδώσει,
όμως το παρακάνει και σε κάνει να μπλέκεις
το που πας και ποιος είσαι, το τι θέλεις να έχεις..
και όλα τα μπερδεύει τελικά

Καιιιι τόοοτεε αααρχίζουνε όλα
να γυρίζουν πολύ,
σε τρελαίνουν σε τρέχουν
μην καθίσεις στιγμή!
πρέπει πάντα να κάνεις
κάτι να κουραστείς
γιατί μόνο έτσι πλέον θα κοιμηθείς..

Σεεεε έεεεενααα άδειο κρεβάτι
με μια κουβέρτα αγκαλιάαα
η τηλεόραση παίζει
μα δε βγάζει μιλιά
και αν ξυπνήσεις το βράδυ
και τριγύρω σου δεις
τότε φίλε μου θα τρομοκρατηθείςςςς

“Μα πώς έμεινα μόνος?”
“Τί γυρεύω εδώ??”
“Γιατί υπάρχει ο πόνος?”
“Μα τί ψάχνω να βρω?”
“Πού βαδίζει ο κόσμος??”
“-μήπως ξέρουν και αυτοί…-“
“Και είναι όλοι τους τρελοί τρελοί τρελοί”

Και αν νομίζεις πως τα πράγματα θα φτιάξουυν
πως μια μέρα θα είναι όλα πιο καλάα
τότε φίλε μου φυλάξου,
αν αντέχει η καρδιά σου,
να το ξέρεις πως θα γίνουν πιο σκατάαααααααααααααααααααα
να το ξέρεις πως θα γίνουν πιο σκατάααααααααααααααααα
να το ξέρεις… πως θα γίνουν.. πιοοοο σκαααατάααααααααααα

Το κοινό χειροκρότησε ξανά. Πιθανότατα μερικοί το βρήκαν αστείο ενώ άλλοι απλά είχαν μεθύσει τόσο που θα χειροκροτούσαν ακόμη και χωρίς λόγο. Το πρόγραμμα συνεχίστηκε κανονικά ενώ η βραδιά όδευε προς το τέλος της.

Βρήκε τη Νάνση. Εκείνη άρχισε πάλι να χειροκροτεί ενώ έπινε ακόμη μία βότκα, αυτή τη φορά σκέτη. “Περίμενες να φτάσεις εικοσιοκτώ για να γίνεις αλκοολικιά;” / “Πίνω για να ξεχάσω!” / “Ω! Μπορείς να γίνεις πιο μελό;” / “Μη με δουλεύεις Αλεξάκη γιατί πολλά στα ‘χω και εσένα μαζεμένα..” / “Αλήθεια; Τί θα μπορούσες να έχεις εναντίον μου;” / “Είπα μη με αρχίσεις..” / “Είμαι όλος αυτιά!” / “Δεν έχω να πω τίποτα γιατί μετά θα αρχίσεις να λες πως οι άνθρωποι αλλάζουν και έτσι είναι η ζωή και άλλες τέτοιες βαθυστόχαστες ανοησίες..” / “Αν δε σου άρεσε το τραγούδι μου μπορείς να μου το πεις δεν υπάρχει πρόβλημα!” / “Το πρόβλημα είναι πως όταν το δικό σου μυαλό μπερδεύτηκε, τα έκανε όλα σαν τα μούτρα του” / “Δηλαδή είμαι και άσχημος;” / “Εσύ εσύ, όλα εσύ.. γιατί να είσαι πάντα εσύ; Εμείς πού είμαστε; Πας και μπλέκεις με την κάθε ξενέρωτη και ό,τι και αν σου λέμε εμείς δε σε νοιάζει..” / “Τώρα αυτό τί σχέση έχει;” / “Ξέρεις εσύ.. αντί να ακούσεις τους φίλους σου πως αυτή η κοπέλα δεν είναι για σένα εσύ εκεί, μέχρι να φας το κέρατο και να ησυχάσεις χα χα!” / “Και το θίγουμε αυτό δέκα χρόνια μετά επειδή..;”. Τον κοίταξε, τον έπιασε από τη μπλούζα και τον φίλησε. “Για τριαντάρης αργείς πολύ να τα πιάσεις πάντως…” / “Προσωπικά αισθάνομαι ακόμη δεκαοκτώ..”.

Έφυγαν μαζί από τη συγκέντρωση. Έστειλε μήνυμα στον Βασίλη πως έπρεπε να φύγει ώστε να πάρει εκείνος το keyboard του. Κατέληξαν σπίτι του. Ανέβηκε πάνω. “Δε θα σου προσφέρω άλλο ποτό, ένα καφέ ίσως;” / “Όχι καφέ, είμαι μεγάλη κοπέλα και μπορώ να αντέξω τη ζαλάδα μου” / “Οι μεγάλες κοπέλες προσέχουν να μη μεθάνε σε μέρη με εκατό ξένους” / “Αφού έχω εσένα βρεε που πάντα με προσέχεις και νοιάζεσαι..” / “Τώρα το εννοείς ή κάνεις πλάκα;” / “Ααα αυτό το αφήνω στη συνείδησή σου Αλεξούλη!”. Η βραδιά συνεχίστηκε με μουσική και συζήτηση. Λίγο για τα παλιά, λίγο για τα καινούργια, τα μεσάνυχτα πέρασαν.

“Θα κοιμηθείς εδώ;” / “Πού θα με βάλεις; Στον άβολο καναπέ σου;” / “Πάρε το κρεβάτι δεσποσύνη!” / “Εννοείται! Όμως θα ήθελα παρέα..” / “Φοβάσαι το σκοτάδι;” / “Φοβάμαι τη μοναξιά..”. Ξάπλωσαν στο κρεβάτι του και τους πήρε ο ύπνος αγκαλιά.

0

“Ξύπνα! Ξύπνα! Είναι μια νέα ημέρα! Πρέπει να πας στη δουλειά! Ακόμα κοιμάσαι; Σήκω απ’ το κρεβάτι και..”. Έκλεισε το ξυπνητήρι ελπίζοντας πως δεν την ενόχλησε όμως αυτή άνοιξε τα μάτια της. “Εε, καλημέρα… δεν το πρόλαβα” / “Γεια σου και εσένα”. Του χαμογέλασε. Της χαμογέλασε και αυτός και πήγε στο μπάνιο. “Τι περίεργο ξυπνητήρι που έχεις!” του φώναξε. “Ναι είναι από εκείνα που ηχογραφείς το δικό σου μήνυμα για να ξυπνάς όπως θέλεις εσύ” / “Άχου και εσύ έβαλες τη φωνούλα σου; Δεν το άκουσα όλο, τί πατάω για να παίξει;” / “Εε άστο τώρα δεν έχει σημασία.” / “Όχι όχι θα το βρω!”. Άρχισε να πατάει τα κουμπιά στο ξυπνητήρι. Ο Αλέξης ήρθε στο δωμάτιο αλλά δεν την πρόλαβε.

“Ξύπνα! Ξύπνα! Είναι μια νέα ημέρα! Πρέπει να πας στη δουλειά! Ακόμα κοιμάσαι; Σήκω απ’ το κρεβάτι και μύρισε τον αέρα! Έλα ετοιμάσου! Θα αργήσεις! Το ξέρεις πως στο αφεντικό δεν αρέσει να αργείς.. Έτσι δεν είναι; Αφού πρέπει να κάνεις ό,τι σου λένε, γιατί είσαι ακόμη εδώ; Έλα, δε μπορώ να μιλάω για πολύ ώρα ακόμα! Το χαζό-ξυπνητήρι σου μου δίνει μόνο δύο λεπτά. Τί πρέπει να πω για να σε πείσω να σηκωθείς και να με κλείσεις;… Γιατί έχεις φτάσει να ακούς μέχρι εδώ; Δεν έχεις δουλειά σήμερα; Δεν πρέπει να φας, να ντυθείς και να οδηγήσεις προς τα όπου δουλεύεις αυτή τη φορά; Δηλαδή σήμερα δε θα κάτσεις προσοχή, εξυπηρετώντας τα εγωιστικά συμφέροντα των ανωτέρων σου; Θα μείνεις σπίτι, νομίζοντας ότι βοήθησες τον κόσμο με την απραγία σου; Θα μας σώσεις όλους από την οικτρή, λυπηρή και απόλυτα αναλώσιμη παρουσία σου; Εμένα δε με νοιάζει καθόλου.. Να δω πως θα μαζέψεις λεφτά για το νοίκι, το ρεύμα, όλα τα πολυτελή έξοδά σου, πρίγκιπα της απληστίας! Να δω πως θα μπορέσεις να αλλάξεις τις συνήθειές σου, προσπαθώντας να αντισταθείς σε αυτή την καλό-λαδωμένη μηχανή της πλουτοκρατίας. Δε γίνεται, όχι από εσένα πάντως, μικρό μου ανασφαλές πλάσμα. Σήκω λοιπόν και πήγαινε όπου σκατά έχεις να πας, επειδή δεν έχει καμία απολύτως σημασία.”

Τον κοίταξε με το πιο περίεργο βλέμμα. Την κοίταξε και αυτός. “Δεν ξέρω αν πρέπει να σε λυπηθώ ή να φύγω τρέχοντας φοβισμένη..” / “Μην ανησυχείς, η σχιζοφρένια δεν είναι κολλητική” / “Δεν είναι σχιζοφρένια, εδώ πέρα κοντεύεις να σε πνίξεις στον ύπνο σου!”. Πήγε μέσα να φτιάξει καφέ. Τον ακολούθησε. “Μη φεύγεις όταν σου μιλάω!” / “Πόση ζάχαρη βάζεις;” / “Δεν ξέρεις;” / “Οι άνθρωποι αλλάζουν..” / “Όχι εμείς όμως..”. Για λίγο δε μιλούσε κανείς. “Τί θέλεις να σου πω; Ότι είμαι πιο μπερδεμένος από ποτέ; Ότι προχωράω στα τυφλά, χωρίς σκοπό και αιτία; Δε ξέρω καν γιατί ασχολούμαι με εμένα, με οτιδήποτε. Και το πιο τραγικό είναι πως κοιτάω γύρω μου και βλέπω όλους τους άλλους να κάνουν το ίδιο!” / “Όχι όλοι..” / “Μου λες ότι υπάρχει άτομο που ξυπνάει κάθε μέρα με τη θέλησή του, για να βγει έξω σε αυτό τον παλιόκοσμο;” / “Ίσως με λίγη καλή παρέα να μη φαίνεται τόσο οδυνηρό..”. Και πάλι σιωπή.

Ήπιαν τον καφέ τους και έκατσαν ξανά στο κρεβάτι. “Δε λέω πως η ζωή είναι ένας παράδεισος, σίγουρα όχι σε αυτό τον κόσμο, όμως με το να κάθεσαι και να κλαίγεσαι γι’ αυτό κάθε μέρα δε θα καταφέρεις τίποτα..” / “Δεν κλαίγομαι, απλά βρίσκομαι σε απόγνωση με αυτά που βλέπω να συμβαίνουν. Πάμε βήμα βήμα προς την καταστροφή!” / “Γιατί δεν αφήνεις αυτές τις αόριστες περιβαλλοντικές ευαισθησίες γι’ αυτούς που μπορούν να αλλάξουν κάτι και να κοιτάξεις να φτιάξεις τη δικιά σου ζωή; Αν όλοι ήταν χαρούμενοι τότε ο κόσμος θα είχε γίνει αυτόματα ένα καλύτερο μέρος” / “Και πώς θα το πετύχω αυτό;” / “Λέγεται αγάπη και δεν είναι κάτι που μπορείς να αγοράσεις πρίγκιπά μου.. πρέπει να το κερδίσεις..” / “Πώς ξεκινάω;” / “Μπορείς να ξεκινήσεις με το να με πας μια βόλτα στη θάλασσα, Κυριακή είναι, ωραίο καιρό έχει, τί λες;” / “Λέω.. φύγαμε”.

Την πήγε σπίτι της να αλλάξει και στη συνέχεια γύριζαν μέχρι να νυχτώσει σε παραλίες και άλλα ηλιόλουστα τοπία. Είδε έναν κόσμο ελευθερίας μέσα από τα μάτια της, όπου οι δυσκολίες δεν έχουν τόση σημασία όταν κάποιος νοιάζεται για σένα, όπως νοιαζόταν εκείνη γι’ αυτόν.. Ήταν η καλύτερη ημέρα της ζωής του, και δεν είχε τελειώσει ακόμα..

Ξάπλωσαν στο κρεβάτι του και άρχισαν να φιλιούνται. Τον σταμάτησε και πήρε στα χέρια της το ξυπνητήρι του. “Πες μου.. αλλάζει ήχο αυτό το πράγμα;” / “Ναι έχει και κάτι άλλους, πιο χαρούμενους”. Το άφησε κάτω και έκλεισε τα φώτα.

1

“Ντριν Ντριν! Ντριν Ντριν!”.