Πάρε με

Ήταν δώδεκα και κάτι
και καθόμουν στο κρεβάτι
τα ‘χα αφήσει όλα στη μέση
είχα τόσο μπερδευτεί
γιατί φέρθηκα σαν τέρας
και ας είχα αγαπηθεί

Νότες έπλεαν στον αέρα
το τηλέφωνο πιο πέρα
με κοιτούσε σαν να είχε
κάτι σοβαρό να πει
και στη μουσική παρέα
ήρθε ο ήχος αστραπή

Δε με ένοιαξε καθόλου
που την αρμονία χαλούσε
ο ψηφιακός παλμός του
ήταν μόνο μια στιγμή
και μετά σαν κάποιος άλλος
μίλησε μια εγγραφή

Ένα μήνυμα μεγάλο
καθαρά προστακτικό
πρότεινε στον όποιο άλλο
λέγοντας στον ενικό
να του πει εν συντομία
ένα λόγο, ένα σκοπό

Η φωνή ήταν κλαμμένη
ελαφρά επικλητική
ζήτησε μια τελευταία χάρη
πριν το τέλος, την αρχή
“Πάρε με” είπε θρηνώντας
“Πάρε με για μια στιγμή…”

Το τηλέφωνο είχε κλείσει
η κασέτα σταματάει
η ζωή είχε αρχίσει
στη μαυρίλα να περνάει
όπως τότε, όπως παλιά
πάλι η πίκρα μας νικάει

Μέρες ήρθαν, μέρες φύγαν
το τηλέφωνο βουβό
το ταβάνι είναι ίδιο
άσπρο, καταθλιπτικό
τίποτα πια εδώ μέσα
δε μοιάζει φωτεινό

Μόνος κάθομαι στη μέση
διασπώντας τη σιωπή
να ακούω κάθε λέξη
συλλαβή προς συλλαβή
είναι ό,τι έχει μείνει
τώρα πια, μία φωνή

Και η κασέτα να γυρίζει
παίζοντας απ’ την αρχή
“Πάρε με” λέει θρηνώντας
“Πάρε με για μια στιγμή”
και από πίσω της φωνάζει
“Πάρε με, έχω χαθεί…”

Όλα κάποτε τελειώνουν
ξαναρχίζουν, σταματούν
και οι άνθρωποι πασχίζουν
τη γαλήνη τους να βρουν
ένα τέλος, μια για πάντα
με ηττοπάθεια αναζητούν